Μια νύχτα στην παράνοια

Από τα παιδικά μας χρόνια έχουμε εντρυφήσει σε παντός τύπου ιστορίες, οι οποίες πάντοτε αποσκοπούν σε πολύ συγκεκριμένα πράγματα, τη φυγή από την καθημερινότητα, τη διασκέδαση, στο πλαίσιο της ατομικής ιδανικότητας και τον άμεσο ή έμμεσο, τις περισσότερες φορές, διδακτισμό. Ολες αυτές οι διηγήσεις που είχαμε ακούσει από τα γενοφάσκια μας και αργότερα διαβάσαμε οι ίδιοι γαλούχησαν το πνεύμα μας με πολλά και διάφορα πρότυπα, στερεότυπα και μας πρόσφεραν διάφορα κλειδιά για την απελευθέρωση του νού και την όξυνσή του, με απώτερο σκοπό την προσεκτικότερη διαλογή των όσων η κοινωνία μας προσφέρει, μέσω της διαδικασίας ενός ενδελεχέστερου ελέγχου.

wonderland

Ο κόσμος γύρω μας κινείται πάντοτε με ταχύτητα φωτός και σχεδόν όλοι περιοδεύουν μέσα στην αιωνιότητα, μη αντιλαμβανόμενοι την ύπαρξή του. Μια πιο αντισυμβατική ματιά προς τα δρώμενα μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη διαφώτιση ή στην τρέλα. Χαμένος μέσα στο λαβύρινθο του μυαλού του ο άνθρωπος κοπιάζει να αγγίξει μια σπίθα από τη φωτιά του βίου. Πολλές απροσεξίες προς αυτή την πορεία μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα αυτός να γίνει παρανάλωμα του πυρός. Με άλλα λόγια να γίνει ένας ακόμη διάττων αστήρ στην πεζή καθημερινότητα. Πάνω σε αυτό το τεντωμένο σκοινί ακροβατεί, σε τέλεια ισορροπία, το έργο Γουόντερλαντ, το οποίο αποτελεί σύλληψη της ηθοποιού Ηρώς Κισσανδράκη και στηρίζεται στο γνωστό μυθιστόρημα Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Η διανομή των ρόλων, με τους Κωνσταντίνο Δανίκα, Ελενα Μεγγρέλη, Δημήτρη Γερολυμάτο και την προαναφερθείσα να πλαισιώνουν το υποκριτικό δυναμικό της παράστασης, δικαιώνει την επιτυχία της. Το έργο παίζεται στο θέατρο ΕΚΑΤΟΝΤΕΣΣΕΡΑ, στην οδό Ευμολπιδών 41, στον Κεραμεικό. Οι σκηνοθετικές οδηγίες της Θάλειας Γρίβα συνεπικουρούν στην όσο το δυνατόν καλύτερη εκμετάλλευση του χώρου, ο οποίος μεταμορφώνεται σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, αν και την ίδια στιγμή θυμίζει ένα απέραντο χάος.

Συνταξιδιώτες στον αγώνα της σύγχρονης Αλίκης είναι τα διάφορα κομμάτια της, τα μέρη του πνεύματός της, μα και τα προσωπεία που αναγκάζεται να φορά, να συναντά και να συναναστρέφεται ο άνθρωπος κάθε στιγμή που αναπνέει. Η απώλεια του προσανατολισμού ενισχύει την αίσθηση του μόχθου που καταβάλλει η γυναίκα, προκειμένου να ξεφύγει από τα δίχτυα της παραφροσύνης. Καθώς το σκοτάδι δείχνει να νικάει το φώς, η επίσκεψη σε αυτόν το δυστοπικό τόπο φαντάζει αναπόφευκτη, την ώρα που οι σκέψεις έχουν μετατραπεί σε θραύσματα και η διέξοδος μοιάζει απλησίαστη. Το σκότος τείνει να βιάζει την προσωπικότητα του ανθρώπου, όμως η θέληση για ζωή υπερτερεί και δεν του αφήνει περιθώρια για περαιτέρω δράση. Κάθε αντίδραση προς την αποτίναξη της παραποιημένης αλήθειας καταπνίγεται, καταδικάζεται, απαλείφεται, μέχρι να μείνει ένα άδειο καύκαλο, το οποίο κάποτε όριζε τον μοναδικό κόκκο ειλικρίνειας μέσα στην παραφωνία του ψεύδους.

Το έργο Γουόντερλαντ κάνει λόγο για την απόδραση από τον εξαιρετικά κολλώδη ιστό της αράχνης, ο οποίος είναι διανθισμένος με πολλά εμπόδια και απαιτείται αρκετά οργανωμένη προσπάθεια για να αποκρυπτογραφηθούν τα καλά φυλαγμένα μονοπάτια του που οδηγούν στην ελευθερία.

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στο παιχνίδι. Το παιχνίδι της σκέψης και του αποπροσανατολισμού. Μια διαδικασία κατά την οποία ο μοναδικός στόχος είναι η αδράνεια, μεταμορφωμένη σε ευχάριστη ενασχόληση με το ‘’τίποτα’’, το οποίο αλλάζει και μετονομάζεται σε ‘’κάτι’’. Ιδιαίτερη βοήθεια η Αλίκη δέχεται από τον λεγόμενο ‘’πιλοφόρο’’, έναν άνθρωπο, ο οποίος δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια προς το πρόσωπό της, χωρίς ποτέ να πρόσκειται ερωτικά προς εκείνην. Παρόλα αυτά οι ενδοιασμοί του κάνουν αισθητή την παρουσία τους, όμως στο τέλος η λογική, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό, πρυτανεύει. Το κορίτσι επιστρατεύει όλην της τη θέληση για την πραγματοποίηση της επιθυμίας της, την επαναφορά της στον πραγματικό κόσμο, όπου θα καταφέρει να συγκεντρώσει το σπασμένο της εαυτό και θα τον επανακολλήσει, προκειμένου να είναι και πάλι λειτουργική και ανεξάρτητη από τις κοινωνικές ταμπέλες που της επιβάλλει ο φανταστικός κόσμος στον οποίον έχει εγκλωβιστεί.

Ο φωτισμός των Αποστόλη Κουτσιανικούλη και Γιώργου Παναγόπουλου δένει αρμονικά με τις εκάστοτε αντιδράσεις των ηρώων του έργου και επεξηγεί έμμεσα τον εσωτερικό τους κόσμο. Η ίδια εύφημος μνεία πρέπει να γίνει και για τις μουσικές του Γιώργου Μιζιθρά, τις μάσκες της Μάρθας Φωκά και τις χορογραφίες της Χριστιάνας Κόσιαρη, ένα απαραίτητα εναρμονισμένο σύνολο, το οποίο συμπληρώνει την περιήγηση μέσα στην ονειροφαντασία και το κυνήγι της φωτεινής ψυχής, που ώρα με την ώρα καταπνίγεται από τους ρύπους του φανταστικού, τους οποίους, στην τελική, ο ίδιος ο άνθρωπος δημιουργεί, είτε με τη θέλησή του, είτε μέσω των δεδομένων της κοινωνίας, η οποία δύναται να προστατέψει τον εαυτό της, όχι όμως και τα πλάσματά της.

Είναι γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι κοπιάζουν να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες, στην πραγματικότητα όμως τρέχουν προς άγνωστον κατεύθυνσην. Η πάσης φύσεως καταπίεση που ανακύπτει από αυτή την κατάσταση έχει ως απότέλεσμα το ράγισμα της ατομικότητά μας, ένα ράγισμα, το οποίο οδηγεί, αναπόφευκτα, ανάλογα με τις αντοχές του καθενός, σε σπάσιμο. Υστερα από αυτήν τη ζημιά κάθε έμβιο όν αδυνατεί να ακολουθήσει τις όποιες θεσπισμένες ηθικές αρχές και συμπεριφέρεται σαν αναρχοαυτόνομο ανδρείκελο που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, την υπερβολή από το μέτρο, την ασυδοσία από την εγκράτεια. Στο βιβλίο του Λούις Κάρολ ‘’Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων’’ αποτυπώνεται μια συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Η ηρωίδα του, η Αλίκη, αναζητά καταφύγιο από την ανίατη και καταπιεστική ρουτίνα της, σε ένα περιβάλλον στο οποίο είναι ακριβώς αυτό που θέλει, ψάχνοντας παράλληλα απαντήσεις στις ερωτήσεις της. Οι χαρακτήρες αυτού του μέρους είναι πλασμένοι εναλλακτικά, όμως παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με το πραγματικό. Το παράδειγμα του λαγού που συνεχώς τρέχει και είνα και αργοπορημένος έχει κοσμικό αντίκρισμα. Δεν έχει χρόνο για στάσεις και χαλαρότητα. Η γάτα του Τσεσάιρ, χαμένη στον κόσμο της, λέει πως εν δυνάμει όλοι μας κρύβουμε μια δόση τρέλας. Ο τρελοκαπελάς προσπαθεί να λύσει περίεργους γρίφους, πίνοντας τσάι, απομακρυσμένος από το ανθρώπινο κυνηγητό.

Στη σφαίρα του αδυνάτου, η Αλίκη προσπαθεί να πάρει απαντήσεις στα αναπάντητα ‘’γιατί’’ της, αλλά όλα γύρω της την αποπροσανατολίζουν από την καθημερινή τυπικότητα, από τους καθωσπρεπισμούς και τις παγιωμένες αντιλήψεις. Οι γρίφοι παραμένουν άλυτοι και οι σπασμένες κούπες δεν βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους. Ο σύγχρονος κόσμος είναι εγκλωβισμένος σε έναν ατέλειωτο λαβύρινθο χωρίς διέξοδο, όπου η αθωότητα με τον αυθορμητισμό είναι αναγκαίο να κρατηθούν ζωντανοί. Η διασκευή της θεατρικής παράστασης έδωσε στους θεατές την αίσθηση της παράνοιας και τον διαρκή αγώνα των ανθρώπων να σπάσουν τα δεσμά της ρουτίνας τους και να κρατήσουν ζωντανά όσα δεν έχουν χαθεί ακόμα. Οι φιλίες κρατιούνται ζωντανές και προστατεύουν το μυαλό από τη λήθη. Η Αλίκη προσπαθούσε να ξυπνήσει από το περίεργο όνειρο που όμως ήταν ‘’πραγματικότητα’’. Αλήθεια, βγαίνοντας από το λαβύρινθο ελευθερώθηκε από τα δεσμά της κανονικότητας; Ελυσε τους δικούς της γρίφους;

Στο θεατρικό έργο αποτυπώθηκε με τη φωνή της ‘’βασίλισσας’’ Ιωάννας Ασημακοπούλου η ψυχολογική ανάγκη, σε χαλεπούς καιρούς να ανατρέξουμε στα προσωπικά μας άδυτα, προσπαθώντας να απαντήσουμε στα πιο βαθιά μας ΓΙΑΤΙ. Η ανάγκη για επικοινωνία, αναγνώριση και ψυχική ασφάλεια οδηγεί τους ανθρώπους στο μη πραγματικό, με την ελπίδα να αποδράσουν από την ανιαρή πραγματικότητα. Ισως αυτό που λείπει είναι η παιδικότητα και ο αυθορμητισμός των παιδιών, για να αντιμετωπίσουμε τη ‘’σκληράδα των μεγάλων’’.

ΓΟΥΟΝΤΕΡΛΑΝΤ

Γρηγόρης Χατζηλαμπρινός & Μαριαλένα Βιλλιώτη