Σαν κι αυτούς

θέα από το μπαλκόνι
Κάποτε από το μπαλκόνι του μπορούσε και έβλεπε μέχρι την θάλασσα, τις μέρες που ο ουρανός ήταν καθαρός έβλεπε ακόμα πιο μακριά. Εδώ και μερικά χρόνια είχε χτιστεί μπροστά του ένα επταώροφο κτήριο που καθόλου σίγουρος δεν ήταν για την νομιμότητά του αλλά και έτσι να ήταν, δεν είχε ούτε τις γνώσεις, ούτε το χρήμα για να κάνει κάτι γι’ αυτο.

Χρόνο όμως είχε, από χρόνο άλλο τίποτα.

Κάθε πρωί έφτιαχνε τον καφέ του και έβγαινε στο μπαλκόνι μόνος, πάντα μόνος και σιγά σιγά συμφιλιώθηκε με την ιδέα πως για το υπόλοιπο της όχι και τόσο μνημειώδους ζωής του θα κλέβει από τις ζωές των άλλων.

Φοιτήτριες που άπλωναν τα εσώρουχα τους φορώντας καυτά σορτσάκια ακόμα και τον χειμώνα, έντονες χειρονομίες και φωνές, θολές φιγούρες πίσω από πολύχρωμες κουρτίνες, πάντα κάποια γιορτή, περισσότερος κόσμος.

Παθιασμένα φίλια, αν ήταν τυχερός μπορεί να ξεχνούσαν το φως ανοιχτό, κραυγές, οργασμοί, πρωινά ξυπνήματα. Οικογενειακά πρωινά, γεμάτα μιζέρια και απαισιοδοξία.

Λένε πως τίποτα δεν συμβαίνει αν δεν “είσαι” εκεί. Αυτός όμως ήταν και το ζούσε. Read more