Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Εμπνευστής ήταν ο  έλληνας ποιητής Μιχαήλ Μήτρας , ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί μια συγκεκριμένη μέρα γι’ αυτό. Και το  2001, ύστερα από εισήγηση τηε προέδρου της Εταιρείας Βασίλη Βασιλικού, η UNESCO υιοθέτησε την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» αναθέτοντας στη χώρα μας να οργανώσει και  τον πρώτο διεθνή εορτασμό της.

Ας προσεγγίσουμε όμως τον όρο ποίηση μέσα από τα μάτια των ίδιων των ποιητών..

«Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα» Γ. Σεφέρης

«Η ποίηση μια πόρτα ανοιχτή, για την οποία αιώνες τώρα φτιάχνονται αρμαθιές αντικλείδια» Γ. Παυλόπουλος

«Μας διώχνουνε τα πράγματα και η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε» Κ. Καρυωτάκης

«Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές δεμένες στα καμπανάκια των άστρων- αν τους τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα…Ένα σωστό ποίημα όμως ποτέ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά του ρεμβασμού. Είναι πάντα στην ώρα του, λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του» Γ. Ρίτσος

«Ο ποιητής μένει πάντοτε χρεώστης απέναντι στον κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους και υπερημερίες Για τον πόνο των ανθρώπων μένω χρεώστης.»
Β. Μαγιακόφσκι

Φέτος μια χρονιά πιο περίεργη από ποτέ,  γιορτάζουμε την μέρα αυτή με  έξι Έλληνες ποιητές και ποιήτριες, οι οποίοι/ες  επιλέγουν και διαβάζουν στίχους Ελλήνων και ξένων ποιητών με αιχμή του δόρατος την ταραγμένη εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Ο βραβευμένος ποιητής, μεταφραστής και πρέσβης Γιώργος Βέης διαβάζει ένα απόσπασμα από την Ωδή τετάρτη [XIV] «Εις Σάμον» του Ανδρέα Κάλβου (Συλλογή Λυρικά, Παρίσι 1826). Στη συλλογή των δέκα πατριωτικών ωδών, που εκδόθηκαν στο Παρίσι το 1826, είναι διάχυτη η ελευθεροφροσύνη, η ηρωική θεματολογία καθώς και η χρήση της αρχαιοελληνικής μυθολογίας ως παραβολής. Όλα τα βασικά συστατικά, δηλαδή, της καλβικής ποίησης που εξύμνησε τους Έλληνες ως έθνος με βασικά γνωρίσματα την αρετή, την ανδρεία, τον φιλελευθερισμό και τον πατριωτισμό.

Και κλείνοντας το μικρό αυτό αφιέρωμα μας σας παραθέτουμε μερικά από τα αγαπημένα μας ποιήματα. Ποιος καλύτερος τρόπος άλλωστε, για να γιορτάσουμε αυτή την ημέρα παρά μέσα από τα κείμενα ποιητών για την ποίηση;

Ποιητικό Υστερόγραφο

 
Τα ποιήματα δεν μπορούν πιανα ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

Ρουκ
 
Εκεί…

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά
Τότε θα ξέρεις.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Τα δώρα
 
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
 
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανο
 
Δύο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
 
Μίλτος Σαχτούρης
 
Ο πρώτος στίχος
 
Αλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός άγνωστου δρόμου
ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι;
Τί μας θυμίζουν; Ποιόν αναζητούμε;
Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
να ζεις πιο αληθινά-
πράγματα που θα εξοφλήσεις κάποτε με τη ψυχή σου.
Ώσπου ένα πρωί ακουγόταν το πρώτο κελάηδημα στον κήπο.
Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη σοφίτα κι έκλαιγε
κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο…
 
Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρεις γενιές.
Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σ΄ ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα, όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά
φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.
 
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.

Τάσος Λειβαδίτης


Αλεξάνδρα