Μη φοβού…τις μαθησιακές δυσκολίες!

Πριν αναφερθώ σε όσα θέλω να σας παρουσιάσω σχετικά με το ζήτημα των μαθησιακών δυσκολιών, θα παραθέσω κάποια αποσπάσματα από το Θεωρητικό Πλαίσιο των Αναλυτικών Προγραμμάτων για Μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες. Πρόκειται για το θεωρητικό υπόβαθρο βάσει του οποίου αξιολογούνται οι μαθητές και οι μαθήτριες που αντιμετωπίζουν κάποιας μορφής μαθησιακή δυσκολία. Στο θεωρητικό πλαίσιο, λοιπόν, αναφέρεται μεταξύ άλλων και ο ορισμός των μαθησιακών δυσκολιών, ο οποίος είναι κοινά αποδεκτός από διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με την εκπαίδευση παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διαδικασία της μάθησης.

Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό (Συνθήκη για την Εκπαίδευση Ατόμων με Αναπηρίες των Η.Π.Α., IDEA [Kavale & Formess , 2000]) : «οι μαθησιακές δυσκολίες αναφέρονται σε διαταραχές σε μια ή περισσότερες από τις βασικές ψυχολογικές διεργασίες που εμπεριέχονται στη χρήση του προφορικού ή γραπτού λόγου, οι οποίες έχουν ως συνέπεια «ατελή» ικανότητα ακουστικής αντίληψης, σκέψης, λόγου, ανάγνωσης, γραφής, ορθογραφίας, μαθηματικών ικανοτήτων. Ο όρος περιλαμβάνει περιπτώσεις όπως αντιληπτική ανεπάρκεια, εγκεφαλική βλάβη, ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, δυσλεξία και αναπτυξιακή αφασία. Στον όρο δεν εμπεριέχονται περιπτώσεις παιδιών των οποίων το πρόβλημα είναι αποτέλεσμα οπτικής, ακουστικής ή κινητικής ανεπάρκειας, νοητικής καθυστέρησης ή προέρχονται από δυσμενείς περιβαλλοντικές, πολιτισμικές ή οικονομικές συνθήκες (IDEA, 2002)[…]
mathisiakes duskolies

 

Κατά συνέπεια, ένας μαθητής με μαθησιακές δυσκολίες θεωρείται ότι έχει γενική νοητική λειτουργία στο πλαίσιο του φυσιολογικού, με εσωτερικές διακυμάνσεις μεταξύ λεκτικού-πρακτικού, σύμφωνα με το τεστ νοημοσύνης WISC (Daley & Nagle, 1996; Slate, 1995; Watkins, 1999). Η σχολική του επίδοση επίσης είναι κατώτερη από το αναμενόμενο για την ηλικία του και το νοητικό του δυναμικό. Ενώ δηλαδή φοιτά στην Γ΄ τάξη και το νοητικό του δυναμικό ανταποκρίνεται σε παιδί ηλικίας 8 χρονών, η επίδοσή του στο σχολείο υπολείπεται 1-2 χρόνια» .
Παλαιότερα στην Ελλάδα οι μαθησιακές δυσκολίες δεν υπήρχαν στο νου των εκπαιδευτικών, πόσο μάλλον των γονιών. Ακόμη όμως και να διέθεταν την παραμικρή πληροφόρηση-ενημέρωση δεν έδιναν και τη δέουσα σημασία. Εάν ένα παιδί δυσκολευόταν στα μαθήματά του ήταν απλά αδιάφορο ή τεμπέλικο. Αυτή η αντιμετώπιση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μια ολόκληρης γενιάς γνωστικά παθητικών ανθρώπων ή ημι-αναλφαβήτων (δικός μου όρος, δεν ξέρω αν υφίσταται επιστημονικά), που αν και γνωρίζουν «κάπως» γραφή και ανάγνωση παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν ούτε στα βασικά, όπως η συμπλήρωση μιας αίτησης με τα προσωπικά τους στοιχεία.
Ευτυχώς, στις μέρες μας οι απόψεις αυτές δεν υπάρχουν πια. Πλέον εκπαιδευτικοί και γονείς διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση ( δάσκαλοι – καθηγητές ) και ενημέρωση (γονείς). Το Υπουργείο Παιδεία σε συνεργασία με φορείς της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κάνει μια προσπάθεια, ώστε οι μαθητές με τέτοιου είδους δυσκολίες να εντάσσονται ομαλά στα πλαίσια της τάξης. Αυτό επιτυγχάνεται με τη δημιουργία των τμημάτων επανένταξης, στα οποία διδάσκουν εκπαιδευτικοί με ειδίκευση στην Ειδική Αγωγή. Δυστυχώς, όμως αν και δίνονται και υφίστανται αυτές οι δυνατότητες σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, το ίδιο το Υπουργείο που τις παρέχει είναι κι εκείνο που κωλυσιεργεί κάθε χρόνο και τα τμήματα επανένταξης ξεκινούν στα μισά της χρονιάς (όσον αφορά στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στο δημοτικό, αν δεν κάνω λάθος, ξεκινούν με την έναρξη του σχολικού έτους).
Από την πλευρά τη δική μου ως εκπαιδευτικός και βάσει της εμπειρίας μου με μαθητές που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες θα συμβούλευα τους γονείς να μην πανικοβάλλονται και να μην εθελοτυφλούν, όταν εντοπίσουν πως το παιδί τους δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στα βασικά μαθήματά του όπως η γραφή, η ανάγνωση και η αριθμητική. Η ορθότερη λύση είναι να επισκεφθούν έναν λογοθεραπευτή, ο οποίος θα μπορέσει να αξιολογήσει την κατάσταση του παιδιού και σε συνεργασία με τους δασκάλους ή τους καθηγητές του σχολείου να μπορέσουν να παράσχουν ουσιαστική βοήθεια στο παιδί. Σε αυτές τις περιπτώσει η καλύτερη αντιμετώπιση είναι η συνεργασία. Έτσι το παιδί θα αισθανθεί πιο άνετα και η διαδικασία της μάθησης θα γίνει πιο ευχάριστη για εκείνο , ενώ παράλληλα θα ενισχυθεί και η αυτοπεποίθησή του. Συνεπώς, δεν πρέπει να φοβόμαστε τις μαθησιακές δυσκολίες μα θα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Εάν εμείς ι ίδιοι θεωρήσουμε το παιδί μας «προβληματικό» τότε εμείς πρώτοι το περιθωριοποιούμε και του «κόβουμε τα φτερά». Το παιδί μας δεν είναι «προβληματικό», απλώς διαθέτει μια ιδιαιτερότητα, την οποία πρέπει να του μάθουμε να τη διαχειρίζεται. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορούμε να του προσφέρουμε.
Α.Λ