Η ψυχολογία του μαυρομάτη

Μια ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων, η οποία για πολλούς, παραμένει ολοκάθαρη και άσβεστη ακόμη και σήμερα, είναι αυτή μιας παράστασης του θεάτρου σκιών. Είτε ακούσαμε για αυτές τις ‘’σκιώδεις’’ προσφορές γέλιου, είτε παρακολουθήσαμε μια παράσταση, ένα κομμάτι της τουλάχιστον, από κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης ή κοινωνικής δικτύωσης, είτε ήμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας παρουσίασης μιας εκ των περιπετειών του Καραγκιόζη σε πραγματικό χρόνο, αυτή η εμπειρία μας έμεινε αξέχαστη. Στη σημερινή εποχή η κοινωνική πραγματικότητα αφήνει έξω από την αγκαλιά της αυτό το δημιούργημα, καθώς στα μάτια πολλών ανθρώπων που έχουν εισέλθει στην ενήλικη ζωή αυτή η μορφή διασκέδασης έχει χάσει τη λάμψη της και δεν τους προσφέρει τη θαλπωρή που τους παρείχε σε άλλες εποχές. Οσο για τα μικρότερα παιδιά και τα νεαρότερα άτομα εν γένει ο Καραγκιόζης φαντάζει κάτι το παρηκμασμένο, ακατέργαστο, πεζό, ακόμη και ξένο σε σχέση με τα σημερινά τους ιδανικά περί διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Θεωρείται οτι αυτός ο αγενής τεμπελάκος δεν έχει να δώσει συμβουλές πουθενά και σε κανέναν, ότι οι ιδέες που πρεσβεύει είναι παρωχημένες και ότι η διαφύλαξή του αφορά αποκλειστικά τους θεματοφύλακες της λαογραφικής και ιστορικής γνώσης και μόνον αυτούς.

καραγκιόζης
Μια ενδελεχέστερη ματιά σε αυτό το δημιούργημα, οι ρίζες του οποίου χάνονται στα βάθη της Ανατολής, θα μας αποδείξει το αντίθετο. Πρωτού όμως ο πεινασμένος καμπούρης μας ξαπλώσει στο ψυχολογικό ανάκλινδρο, κάποια ταυτολογικά στοιχεία κρίνονται απαραίτητα, προκειμένου να πιστοποιηθεί η ύπαρξή του. Αρκετοί μύθοι επικρατούν γύρω από την καταγωγή αυτού του ιδιαιτέρου είδους θεάτρου, του οποίου οι απαρχές πρέπει να αναζητηθούν στην αρχαία Κίνα, όπου η εφεύρεση του χαρτιού και η προσπάθεια διαφόρων αυλικών να κάνουν έναν τεθλιμμένο χήρο αυτοκράτορα να ευθυμήσει, έδωσε νέα πνοή στην επικοινώνια με τον κόσμο των ψυχών, οι οποίες ως σκιές κυκλοφορούν, μέχρι να λάβουν την τελική τους θέση στον Κάτω Κόσμο. Ο θρησκευτικός, αρχικά, χαρακτήρας του θεάτρου σκιών καθόρισε και τη μορφή των φιγουρών, οι οποίες ήταν αρκετά λεπτομερείς και εν μέρει φοβεριστικές, με αυτές του Πεκίνου και του Σετσουάν να αποτελούν ακόμη και σήμερα πανέμορφες δημιουργίες.

Από την Απω Ανατολή φημολογείται ότι αυτός ο τρόπος αναπαράστασης ταξίδεψε, μέσω των καραβανιών Αθίγγανων και έγινε γνωστός στην Τουρκία, όπου οι παραστάσεις εδραιώθηκαν κατά την περίοδο του 16ου αιώνα. Κατά μια εκδοχή ένας μηχανικός από την Προύσα έλαβε εντολή από το μεγάλο Σουλτάνο να χτίσει ένα νέο παλάτι. Ως βοηθό του ο Χατζηαβάτης στο όνομα πήρε κάποιον Καραγκιόζη ως αρχιμάστορα. Η φιλική μορφή αυτού του ανθρώπου, που ήταν έξω καρδιά, φρόντιζε να κρατά το ηθικό των υπολοίπων μαστόρων υψηλό, λέγοντάς τους αστεία, πρακτική η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της οικοδόμησης του νέου Σαραγιού. Για αυτή την κωλυσιεργία ο Σουλτάνος θύμωσε και σκότωσε τον Καραγκιόζη. Η επήρεια της εν βρασμώ πράξης του ξεθύμανε σύντομα και ο αρχηγός τη οθωμανικής αυτοκρατορίας κατελήφθη λίαν συντόμως από στενοχώρια. Για να απαλύνει τον πόνο του, ο μηχανικός του έκοψε μια φιγούρα από χαρτί και αναπαριστούσε σε ένα πανί που φωτιζόταν τα κατορθώματα του αστείου αρχιμάστορα, εις ανάμνησιν του αδικοχαμένου του φίλου. Στην Τουρκία οι παραστάσεις του Καραγκιόζη χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές με θρησκευτικό χαρακτήρα, οι οποίες παρουσιάζονταν στους διάφορους τεκέδες και σε αυτές με χυδαίο και άσεμνο περιεχόμενο.

Από τις αρχές προς τα μέσα του 19ου αιώνα ο Καραγκιόζης πέρασε από τη Μικρά Ασία σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου, με πρώτο καραγκιοζοπαίχη τον Ιωάννη Μπράχαλη. Εκτοτε πολλά ονόματα δόξασαν αυτή την ιδιαίτερη τέχνη, όπως ο Μόλλας, ο Μπίρης, ο Μίμαρος και ο Σπαθάρης. Ολοι τους διακρίθηκαν στη συνέχεια της παράδοσης που δημιούργησαν και πρόσθεσαν, ο καθένας τους, καινούργια στοιχεία, τα οποία συνέβαλαν τόσο στον εξελληνισμό όσο και στη διατήρηση αυτού του χαρακτήρα.

Τί είναι όμως ο Καραγκιόζης; Φαινομενικά και επιδερμικά πρόκειται για έναν αμόρφωτο άνθρωπο, ο οποίος δεν εργάζεται ποτέ του και δεν έχει στον ήλιο μοίρα, περιμένοντας να τον λυπηθεί κάποιος και να του πετάξει ένα ξεροκόμματο. Εάν κανείς αποτολμήσει να εμβαθύνει στην προσωπικότητά του θα παρατηρήσει μια πολυπλοκότητα, η οποία διακρίνεται από μια διαχρονικότητα. Μετά από τόσες περιπέτειες έχει κανείς μπροστά στα μάτια του κάποιον, ο οποίος δηλώνει πολυτεχνίτης, μα επαγγελματίας άεργος. Οι κατά κίνησιν ηδονές που επιθυμεί διακαώς, θέλει να γίνονται με τον ευκολότερο δυνατόν τρόπο και στο τέλος αποδεικνύεται πάντοτε ότι η πραγματική ευτυχία κρύβεται στις πιο προσβάσιμες απολαύσεις, τις οποίες ο καθένας από εμάς μπορεί να αποκτήσει. Η φρικτή του εμφάνιση καθρεφτίζει την ανέχεια της ψυχής, στην περίπτωση που στερείται τόσο τα υλικά όσο και τα πνευματικά αγαθά, το μακρύ του χέρι όμως, στοιχείο επιρροής από μια παραλλαγή του στην Ινδία, συμβολίζει την ευημερία και την αφθονία της ψυχής του, το μεγαλείο της οποίας φαίνεται στις πιο δύσκολες στιγμές οποιουδήποτε αγώνα. Επάνω στο μεγάλο του ήβο δεν διστάζει να κουβαλήσει τα βάσανα όλων όσοι ταυτίζονται μαζί του και συμπάσχουν, οσάκις βρίσκονται αντιμέτωποι με παρόμοιες καταστάσεις.

Εάν υπάρχει κάτι που τον έχει διδάξει η πείρα του είναι ότι μπροστά στις κατοτοπιές ο άνθρωπος οφείλει να σταθεί ατάραχος και να προσπαθήσει να ανταπεξέλθει με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Τα διάφορα οικογενειακά βάρη και ο τόπος κατοικίας δεν θα πρέπει να αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα ύπαρξης, διότι ακόμη και το κάτι είναι περισσότερο από το τίποτα. Επιπλέον το δικαίωμα στα όνειρα καθίσταται αναφαίρετο, διότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία και δεν κοστίζει απολύτως τίποτα. Με βάση όλα αυτά ο συμπαθής μαυρομάτης, είτε είναι Αθίγγανος, είτε Ινδός, είτε Τούρκος, είτε Κινέζος, είτε Ελληνας, σπάει το κατεστημένο της ταμπέλας, απαρνείται τη συγκεκριμένη ιδιότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει και συμβολοποιείται ως ένα μεγάλο λάβαρο αντίστασης απέναντι στην καταπίεση και την κακία, τη λύπη και τη στατικότητα. Παίρνει το θεατή από το χέρι και του προσφέρει όλες τις δυνατές επιλογές στον κόσμο. Τον κάνει να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, να αποτινάσσει ό,τι τον ενοχλεί και να χαράσσει την προσωπική του πορεία, πορευόμενος, σταθερά στα δικά του πόδια, προς την ευτυχία. Την ίδια στιγμή ο ελαφρύς διδακτισμός δεν περνάει απαρατήρητος, προσφέρεται όμως με τέτοιον τρόπο ώστε να μην γίνεται αποκρουστικός και βαρετός.

Αυτό το διαμάντι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς μένει πάντα λαμπερό και πολύτιμο. Ας φροντίσουμε να το επανανακαλύπτουμε όποτε η ανάγκη το απαιτεί, να μην το κρατάμε στην αφάνεια και να το γνωστοποιούμε προς πάντας ενδιαφερομένους και μη. Ετσι τα γλέντια θα κρατούν για πάντα στην ψυχή μας.

Ο Καραγκιόζης στο Φλοίσβο

Χατζηλαμπρινός Γρηγόρης