H αμήχανη ταυτότητα

Στο πλαίσιο της κοινωνικής ένταξης, αυτής της αναπόφευκτης ανάγκης, η οποία προσφέρει την ύπαρξη στο ανθρώπινο γένος, όλοι αποκτούν ρόλους, ιδιότητες, γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία τους καθορίζουν μέχρι τη στιγμή του θανάτου, για να περάσουν αργότερα στις σφαίρες του θρύλου, της μνήμης, της λήθης και της απροσδιοριστίας. Η επιλογή γίνεται ανάλογα με τις εκάστοτε χρονικές συγκυρίες και τίποτε άλλο. Ακόμη και ο προσεκτικότερος σχεδιασμός ενδέχεται να αποβεί άχρηστος μπρός στον παράγοντα τύχη. Ομως, προς αποφυγήν οποιασδήποτε μηδενιστικής διάθεσης, ο άνθρωπος, έχοντας κατακτήσει τον εαυτό του, τον πλάθει όπως επιθυμεί, ανάλογα με τις προσωπικές του επιδιώξεις και φιλοδοξίες. Η ρευστή του πνευματική φύση τον σέρνει σε διάφορα ηθικά διλήμματα και χαλκεύει τα σωθικά του, τον προετοιμάζει για το απρόβλεπτο της ζωής και του δείχνει εναλλακτικούς δρόμους που δύναται ή επιβάλλεται να πάρει.

Μέσα σε αυτό το κλίμα εξελίσσεται το θεατρικό έργο του Χένρι Νέιλορ με τίτλο Αγώνες, με κεντρικό θέμα δύο νεαρές αθλήτριες, οι οποίες παλεύουν για τη διάκριση στο άθλημά της η καθεμιά, με φόντο τη ναζιστική Γερμανία και την εβραϊκή τους καταγωγή να τις βαραίνει σαν ανεπιθύμητη σκιά. Στην Αθήνα παρουσιάστηκε από το θέατρο Σφενδόνη, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη. Οι μονόλογοι, με κάποιες διαλογικές τομές, των δεσποινίδων Μαντίλ και Γιαννικάκη ανέδειξαν την εξαιρετική δύναμη ενός καλογραμμένου κειμένου με αρκετά μεγάλη νοηματική πυκνότητα. Τα αληθινά γεγονότα στα οποία βασίζεται το έργο έρχονται να επιβεβαιώσουν για ακόμη μια φορά το μέγεθος της παράνοιας που μπορεί να διακρίνει την ανθρώπινη προσωπικότητα, τη στιγμή που μια ψευδής αίσθηση ανωτερότητας έρχεται να γκρεμίσει το οικοδόμημα της τυχαιότητας. Οι αθλήτριες Γκρέτελ Μπέρκμαν και Ελέν Μάγιερ, του άλματος εις ύψος και της ξιφασκίας αντίστοιχα, δρούν εφορμώμενες από διαφορετικά σημεία εκκίνησης, με έναν κοινό σκοπό, τη νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η πρώτη επιθυμεί να ξεχωρίσει, ως νεότερη, ενώ η δεύτερη, ως μεγαλύτερη, να παραμείνει στην κορυφή. Κάποτε έρχεται η ώρα που η καταγωγή τους θα ορίζει το υπόλοιπο της αθλητικής τους καριέρας, με τρόπο διαφορετικό για την καθεμιά. Αφενός για την Μπέρκμαν θα λειτουργήσει ως κινητήριος μοχλός, ως ερπύστρια, η οποία θα περάσει πάνω από όλα τα ‘’άρια’’ εμπόδια και θα φτάσει στον προορισμό της. Αφετέρου θα προκαλέσει αμηχανία στο ‘’αχυράκι’’, σε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της Γερμανίας, το οποίο παύει να χαίρει της εκτίμησης του τόπου του και ωθείται να κάνει αυτό που μισεί περισσότερο, να αποκτήσει μια ταμπέλα.

Από τη μια μεριά η Μπέρκμαν, κορίτσι ταπεινής καταγωγής, εργάζεται όσο πιο σκληρά μπορεί, προκειμένου να αποδείξει ότι ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να μεγαλουργήσει. Δυστυχώς η προσγειωση της από τα σύννεφα, χωρίς η ίδια να είναι αιθεροβάμων, θα είναι απότομη, με την απόρριψή της από την επιτροπή για τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936. Από την άλλη η Μάγιερ αγωνίζεται να κρατήσει το ξίφος της ψηλά, μετά την ήττα της στο Λος Αντζελες το 1932. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ατομική της ανάδειξη και τίποτε άλλο. Ο κοινωνικός στιγματισμός, μετά το θάνατο του Εβραίου γιατρού πατέρα της, στο πλαίσιο ενός αγριότατου πολιτικού κομπλεξισμού, την στραγγαλίζει μέσα της. Η ίδια αεροβατεί στη μοναχικότητά της, πασχίζοντας να παραμείνει όρθια με οποιοδήποτε κόστος. Αναζητεί τη χαμένη της ταυτότητα, όταν ο Χίτλερ της την αρνείται. Σε αντίθεση με αυτήν, η Μπέρκμαν, εάν και είχε την υποστήριξη πολλών περισσότερων ανθρώπων, καθώς επέλεξε να εντάσσεται στο πλαίσιο της συλλογικότητας, μένει στο παρασκήνιο και συνεχίζει τον αγώνα, τόσο για τη φυσική, όσο και για την πνευματική επιβίωση. Για αυτόν το λόγο και απελευθερώνεται πλήρως από το βραχνά της απανθρωπιάς. Εχει ανοίξει τα φτερά της και είναι ελεύθερη να ζήσει μια νέα ζωή, αποξέοντας από επάνω της το παρελθόν, προσφερόμενη τη ζωή εκ νέου, στο πλευρό αγαπημένων προσώπων, σε αντίθεση με τη Μάγιερ, η οποία συνεχίζει να εναγκαλίζεται τη μοναξιά της, αλλάζοντας στο ελάχιστο.

Στο έργο του Νέιλορ, αν και γραμμένο στο πρόσφατο παρελθόν, προβάλλεται έντονα η πάλη ανάμεσα στην καταγωγή και την επιβίωση, ανάμεσα στις έννοιες της πολιτικής και του πολιτισμού. Οι φυλετικές διακρίσεις είναι εντονότερες το 1933, όταν ο Χίτλερ αναλαμβάνει επίσημα την εξουσία της Γερμανίας. Η επιθυμία για μια αυθεντική χώρα, χωρίς διαπολιτισμικό περιεχόμενο, τον ωθεί να αφαιρέσει αυθαίρετα τα δικαιώματα της εβραϊκής κοινότητας στη χώρα του. Ο φόβος και η εξαθλίωση είναι πλέον εμφανής στα πρόσωπα όλων. Παρόλο που οι δύο πρωταγωνίστριες της ιστορίας είναι ίδιες, είναι τόσο διαφορετικές. Η μια παλεύει για τη φυλή της, προσπαθώντας να αποδείξει πως έχουν φωνή και οι Εβραίοι, ενώ η άλλη αρνείται την καταγωγή της, δηλώνοντας αδιαπραγμάτευτα ότι είναι αθλήτρια, μια ξιφομάχος. Ο αθλητισμός δεν έχει θέση στις πολιτικές ιδεολογίες. Χαρακτηριστικό της διαφοράς τους είναι η φράση της Μπέρκμαν, όταν συναντά τη Μάγιερ, ύστερα από το φρικτό Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. ‘’Θα έπρεπε να είμαστε στην ίδια ομάδα, όχι απέναντι’’.

Η παράσταση είχε εναλλαγή στο φωτισμό των ηθοποιών, παρουσιάζοντας τη διαφορετικότητα των ηρωίδων. Τα κοστούμια σε μαύρο και άσπρο δείχνουν στο θεατή έντονα τη φυλετική και ηθική διάκριση και ταυτόχρονα τα άκρα των πολιτικών πεποιθήσεων. Η έντονη συναισθηματική φόρτιση των ρόλων, μέσω των ηθοποιών, παρέσυραν το θεατή σε μιαν άλλη εποχή, μια σκοτεινή και φρικτή εποχή που όλοι ευχόμαστε να μην επαναληφθεί. Οι καθηλωτικές ερμηνείες των γυναικών έκαναν το μικρό χώρο του θεάτρου να σωπάσει μπροστά στο εσωτερικό δράμα και κάποιες φορές να γεμίζουν τα μάτια δάκρυα. Το δικαίωμα στη ζωή δεν μπορεί να παραβιαστεί.

Βλέποντας την παράσταση, ο χρόνος είχε σταματήσει. Οι σκέψεις έτρεχαν και βγαίνοντας στον καθαρό αέρα σκέφτηκα: ‘’Αγώνες, αγώνες για μια θέση στον ήλιο. Αγώνες για επιβίωση σε έναν κόσμο που ξέρει μόνο να ανέχεται και να μισεί. Αγώνες για το αύριο, για τη φυλή, για την ίδια την ύπαρξη, για τη ζωή. Αγώνες ανάμεσα σε αθλητισμό και πολιτική, με απώτερο σκοπό την αρμονία. Αγώνες για να δείξεις τί αξίζεις. Αγώνες για σεβασμό και ισότητα… Αγώνες…’’ Η απόδοση του έργου, τόσο από τον κύριο Βιρβιδάκη, όσο και από τις δύο εξαιρετικές ηθοποιούς Κατερίνα Μαντίλ και Μαρία Γιαννικάκη, αλλά και η προσπάθεια των συντελεστών φωτισμού, ήχου και μετάφρασης, Γαλάτειας Σαραντάκου, Δημήτρη Ιατρόπουλου και Ρούλας Κονσολάκη αντιστοίχως, αξίζουν τα θερμά συγχαρητήρια και το χειροκρότημά μας.

«Αγώνες» του Χένρι Νέιλορ

Γρηγόρης Χατζηλαμπρινός

Μαριαλένα Βιλλιώτη