Πρότυπα και… «γυναικεία λογοτεχνία»

γυναικεία λογοτεχνία
Τα τελευταία χρόνια, όλο και συχνότερα, διαδίδεται ο όρος «γυναικεία λογοτεχνία.» Ο εκδοτικοί οίκοι μαρτυρούν πως μεγάλο μέρος των εσόδων τους προέρχεται από την συγκεκριμένη κατηγορία και δεν είναι τυχαίο πως παρακολουθώντας τα «ευπώλητα», γρήγορα θα ανακαλύψει κανείς πως ορισμένοι τίτλοι τέτοιων κειμένων κυριαρχούν στις πρώτες θέσεις επί εβδομάδες.

Κατ’ αρχάς, ο συγκεκριμένος όρος αναφέρεται (λανθασμένα) σε μυθιστορήματα που γράφονται στην πλειοψηφία τους από γυναίκες και απευθύνονται σε γυναίκες. Εύκολα μπορούν να αναγνωριστούν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από το ογκώδες μέγεθός τους, τους πομπώδεις τίτλους και τα εντυπωσιακά εξώφυλλα. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι πρόσφατο, αν και σήμερα η διάδοση του έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις μέσα από το διαδίκτυο, τη διαφήμιση και τον κινηματογράφο.

Πολλοί κριτικοί εκφράζουν ανοιχτά τις επιφυλάξεις τους τόσο για το περιεχόμενο, όσο και για την γλωσσική ποιότητα και ταυτότητα των συγκεκριμένων κειμένων. Παρ’ όλα αυτά, αν παρακαμφθούν οι παραπάνω ενστάσεις, τότε το ζήτημα που προκύπτει σχετίζεται με τα πρότυπα που προβάλλονται και συχνά επιβάλλονται σε μια μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού.

Σύμφωνα με πρόσφατες απόψεις ψυχολόγων και μελετητών της λογοτεχνίας, τα πρότυπα είναι κατά βάση αρνητικά, καθώς αυξάνουν όχι μόνο τα επίπεδα άγχους, αλλά και δημιουργούν ένα ακόρεστο αίσθημα ανικανοποίητου. Οι συγκεκριμένες ιστορίες εκτυλίσσονται σε ένα μη ρεαλιστικό περιβάλλον και προβάλλουν ήρωες και πρότυπα ζωής που απέχουν από την πραγματικότητα. Μέσα από αυτές, μια γυναίκα θεωρείται ότι εκπληρώνει τον ρόλο της μόνο όταν κατορθώνει να εντυπωσιάσει το αντίθετο φύλο. Σπανίως θα γίνει αναφορά στην καριέρα, στις καθημερινές μάχες και θυσίες ή στην αναζήτηση του εσωτερικού της εαυτού, καθώς όλη η φαιά ουσία της καταναλώνεται στο κυνήγι του ιδανικού συντρόφου, που κατά συνήθεια, θα χαρακτηρίζεται και από ένα διαταραγμένο και άκρως προβληματικό παρελθόν.

Την ίδια στιγμή, εκδοτικά φαινόμενα που παρουσιάζονται ως πρωτοπόρα, ουσιαστικά δεν αναπαράγουν τίποτε άλλο πέρα από συντηρητικά μοτίβα και στερεότυπα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, το τέλος καταλήγει να είναι αίσιο, συμπεριλαμβάνοντας έναν επιτυχημένο γάμο ή τη δημιουργία οικογένειας, ως επιβράβευση για προηγούμενες «ταλαιπωρίες» της ηρωίδας, η οποία μετατρέπεται σταδιακά σε ένα παθητικό και άβουλο ον. Η ταυτότητα της μάλιστα θρέφεται από έναν βαθύτατο και σκληροπυρηνικό εγωισμό, που την αποτρέπει να έχει κοινωνικές ανησυχίες.

Φαινομενικά, δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα με αυτού του είδους τις ιστορίες. Το νεανικό, όμως, κοινό που αποτελεί και την πλειοψηφία των αναγνωστών, δεν έχει ακόμη διαμορφώσει την προσωπικότητα του και εύκολα μετατρέπεται σε θύμα της χειραγώγησης και της μαζοποίησης. Συνομιλώντας με συγγραφείς αλλά και αναγνώστριες αυτού του είδους, μου δόθηκε η εξής απάντηση: «Φτάνει πια με το φεμινισμό! Χρειαζόμαστε τέτοιες ιστορίες για να μπορούμε να ξεχνιόμαστε από τα προβλήματα της καθημερινότητας!»

Τα προβλήματα, ωστόσο, είναι υπαρκτά και όταν τοποθετούμε την πραγματικότητα μέσα σε πολύχρωμες, αεροστεγείς και εύπεπτες συσκευασίες, τότε υπάρχουν συνέπειες. Η βία αγιοποιείται και η κακοποίηση θεοποιείται, με αποτέλεσμα στο νου  και τη συνείδηση μιας ανυποψίαστης αναγνώστριας να δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι κάθε μέσο είναι αποδεκτό στην προσπάθεια να προσεγγίσει την φαινομενική ευτυχία. Ακόμη κι αν ευτυχία σημαίνει να παραμερίζεις την προσωπικότητα σου, να δέχεσαι την ταπείνωση και τον εξευτελισμό.

Ας μην ξεχνάμε πως στο βωμό του χρήματος θέματα ευαίσθητα και σοβαρά αντιμετωπίζονται με πρωτόγνωρη ελαφρότητα. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, πως παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν επιτευχθεί στον τομέα της ισότητας, η γυναικεία φύση εξακολουθεί να πλήττεται. Εκατομμύρια γυναίκες στερούνται βασικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και εκπαίδευσης και χιλιάδες γίνονται σιωπηλά θύματα της βίας. Ο σεξισμός και η απαξίωση υφίστανται στους χώρους εργασίας, στην πολιτική και δημόσια ζωή, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Τα θέματα αυτά, φυσικά, απασχολούν τη γυναικεία λογοτεχνία λιγότερο από τις … πικάντικες περιγραφές και τα δακρύβρεχτα ξεσπάσματα, διότι δεν επιφέρουν αύξηση στα βαλάντια.

Η λογοτεχνία δεν έχει στόχο μονάχα την ψυχαγωγία και την αισθητική απόλαυση. Συχνά επιθυμεί να διαπεράσει το νου και την καρδιά μας, να προβληματίσει και να ενεργοποιήσει την κρυμμένη μας ανθρωπιά. Η γυναίκα χρειάζεται έναν ισχυρό σύμμαχο στον κοπιώδη καθημερινό αγώνα της και το βιβλίο μπορεί να παράσχει την κατάλληλη πνευματική τροφή που θα την αφυπνίσει ώστε να παλέψει για τα δικαιώματα της. Θυμήσου τη Μαλάλα, το κορίτσι που σε ηλικία 15 χρονών πυροβολήθηκε στο κεφάλι επειδή ζητούσε το αυτονόητο: να μάθει γράμματα. Θυμήσου τόσες άλλες γυναίκες συγγραφείς και επιστήμονες των οποίων η φωνή δεν σίγασε μπροστά στην ανδρική παντοδυναμία και πόσες ακόμη που σήμερα ρισκάρουν τη ζωή τους για την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Συμπερασματικά, πριν κατατάξουμε κάποιο κείμενο σε κατηγορίες, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να αποφεύγουμε επικίνδυνες γενικεύσεις.  Υπάρχουν ποιοτικές διαφορές που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε τα στεγανά.  Η επιλογή είναι καθαρά προσωπική από την πλευρά του αναγνώστη, όμως τα στερεότυπα και τα κακέκτυπα δεν πρέπει επ’ ουδενί να αναπαράγονται εις βάρος της γυναικείας αξιοπρέπειας.

Ρία Ροροπούλου