Διακρίσεις σε βάρος των ψυχικά ασθενών- από τον Φουκώ μέχρι σήμερα

ψυχικές ασθένειες
Ενα ζήτημα που υπάρχει από καταβολής κόσμου, ανεξάρτητα από την έκταση και τη σημασία που του απέδωσαν ανά περιόδους, είναι οι ομάδες εκείνες που παρεκκλίνουν από τις κοινωνικές νόρμες, από το υγιές πρότυπο ανθρώπου, οι άνθρωποι εκείνοι που πάσχουν – και πλέον διαγιγνώσκονται – από κάποια ψυχική ασθένεια η οποία λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας όχι μόνο στην ψυχοσωματική τους υγεία, αν δεν αντιμετωπιστούν κατάλληλα και με τα πλέον πρόσφορα πλην ανθρώπινα μέσα, αλλά και στην ένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο και την ομαλή συμβίωση με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.Το πιο λυπηρό όλων όμως, δεν είναι η ύπαρξη αυτών των ομάδων, καθώς δε ζούμε σε μια ουτοπική κοινωνία αποτελούμενη από άρτια σωματικά και ψυχικά άτομα δίχως ελαττώματα, αλλά το γεγονός ότι όσο και αν εξελίσσεται η ιατρική μαζί με την κοινωνική πρόοδο δεν αρκούν για να αποτρέψουν την περιθωριοποίηση, τον αποκλεισμό και τις διακρίσεις σε βάρος των ατόμων.

Mε το ζήτημα αυτό ασχολήθηκαν πολλοί και διακεκριμένοι επιστήμονες μεταξύ των οποίων και ο Γάλλος συγγραφέας, φιλόσοφος, ψυχολόγος και ψυχοπαθολόγος Μισέλ Φουκώ επηρεασμένος άμεσα από τον Φρίντριχ Νίτσε και τον Μάρτιν Χάιντεγκερ ενώ στο συγγραφικό του έργο πραγματέυτηκε εκτεταμένα έννοιες όπως η φυλακή και η τιμωρία καθώς και με την φροντίδα και τα δικαιώματα των πνευματικά ασθενών και τις διακρίσεις που αυτοί υφίστανται. Το έργο του « Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή (1963)» σκοπό είχε να αναδείξει αφενός την έννοια της «τρέλας» ως μεταβλητή κοινωνική κατασκευή και έκφραση της κάθε εποχής και αφετέρου τη σύνδεση αυτής με τη λογική. Παράλληλα, κεντρικό άξονα του έργου του αποτέλεσε ο «μεγάλος εγκλεισμός» των περιθωριακών πληθυσμών της Δύσης, κατα τη διάρκεια του 17ου και του 18ου αιώνα, και συγκεκριμένα ο περιορισμός αυτών σε ειδικά διαμορφωμένα αναμορφωτήρια, ως ένα πρωτοφανές και μαζικό φαινόμενο σε μια έντονα ορθολογιστική εποχή, όπου η τρέλα αποτελούσε μια από τις εκδηλώσεις της «αλογίας».

Ο Foucault προχώρησε σε μια νέα σύλληψη της ψυχικής ασθένειας ως της έσχατης           κατάπτωσης του ανθρώπινου είδους καθώς, όπως ο ίδιος διαπιστώνει, στα μάτια των δυτικών της εποχής του Διαφωτισμού οι ψυχικά πάσχοντες είχαν υποβιβασθεί στο επίπεδο των ζώων, είχαν επιστρέψει στην κτηνώδη τους κατάσταση, αποξενωμένοι από κάθε  ανθρώπινο στοιχείο της φύση τους. Τα ιδρύματα δε, που προορίζονταν για την περίθαλψη και φροντίδα αυτών κατέληξαν σε κοινά αναμορφωτήρια με κυρίαρχο το στοιχείο του εγκλεισμού. ‘Ενα άλλο στοιχείο που συνηγορούσε υπέρ της περιθωριοποίησης και των διακρίσεων σε βάρος αυτών των ομάδων ήταν η αντίληψη που επικρατούσε σχετικά με μια νέα ηθική της εργασίας. Σύμφωνα με την τελευταία,η τρέλα καλλιεργούσε την οκνηρία και η τελευταία οδηγούσε στην ουσία σε μια αντίσταση ενάντια στην πίστη και στα καλώς κείμενα. Τέλος, η καταξίωση της εργασίας – και η αντίστοιχη απαξίωση της οκνηρίας – κατέστησαν τους άνεργους ή «αργόσχολους» περιθωριακούς των πόλεων κοινωνικά προκλητικούς και οδήγησαν σε μια σωρεία διακρίσεων σε βάρος τους και καταστρατήγησης ουσιαστικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων αυτών.

Διανύοντας, λοιπόν, τον 21ο αιώνα και παρά την κοινωνικοπολιτικη, επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, η προκατάληψη απέναντι στις  ψυχιατρικές διαταραχές, οι απόψεις διαφοροποιούνται, μεταβάλλονται, όμως το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο, με μικρή απόκκλιση και έτσι οποιαδήποτε διαταραχή στον ψυχοσυμπεριφορικό τομέα να θεωρείται «τρέλα» και ο πάσχων να περιθωριοποιείται. Παράλληλα, οι διακρίσεις αυτές και ο αποκελεισμός επεκτείνεται και σε ένα ευρυ φάσμα δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής των ατόμων όπως οι επικοινωνακές, οι διαπροσωπικές, οι επαγγελματικές κ.λ.π. Υστερούμε σε μέσα όχι μόνο αντιμετώπισης αλλά και αντίληψης και οδηγούμε αυτά τα άτομα σε θέση δυσμενέστερη και σε στέρηση ίσων ευκαιριών κάνοντας δυσκολότερη την ουσιαστική επανένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι θέσεις του Foucault επαληθεύονται και βρίσκουν εφαρμογή και στη σημερινή κοινωνία με τη μόνη διαφορά ότι ο εγκλεισμός των ομάδων αυτών δεν αφορά την αποξένωση αλλά την περίθαλψη και τελικώς την ψυχοκοινωνική αποκατάστασή τους.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι τα άτομα αυτά δεν παύουν να είναι άνθρωποι αλλά αποτελούν μια ομάδα που χρήζει άμεσης βοήθειας και απαιτείται η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και των μελών της ώστε τα άτομα αυτά να επανέλθουν  στο κοινωνικό πλαίσιο. Η ψυχική ασθένεια δεν είναι μόνο κληρονομική αλλά μπορεί να είναι και επίκτητη και σε αυτήν να οδηγήσουν τα βιώματα και οι συνθήκες ζωής ενός ανθρώπου. Μπορεί να συμβεί στον καθένα μας και δυστυχώς δεν επιλέγει τα θύματα της και σίγουρα τα κανείς δεν επιλέγει να ξεχωρίζει για μια ιδιαιτερότητα που ποτέ δεν ζήτησε να αποκτήσει. Χρήζει λοιπόν θεραπείας και αποδοχής και όχι τιμωρίας και αποκλεισμού.

Έλενα Παπαιωάννου